ξεπούλημα
ουσιαστικό1. Πώληση μεγάλων ποσοτήτων προϊόντων ή περιουσιακών στοιχείων, συχνά σε μειωμένες τιμές και με στόχο την εξάλειψη αποθέματος ή τη γρήγορη ρευστοποίηση.
Συνώνυμα
εκποίηση ρευστοποίηση εκκαθάριση προδοσία πουλησιά πώληση ξεφόρτωμα παραχώρηση εξάντληση συνδιαλλαγή εκχώρηση αποστασία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο κατάστημα έγινε ξεπούλημα των χειμωνιάτικων ρούχων.
- Έγινε ξεπούλημα των εισιτηρίων για τη συναυλία μέσα σε λίγες ώρες.
- Πολλοί θεωρούν την ιδιωτικοποίηση ως ξεπούλημα των δημόσιων αγαθών.
- Η συμφωνία κρίθηκε ως ξεπούλημα των αρχών του κόμματος.
- Η εταιρεία κατηγορείται για ξεπούλημα των περιουσιακών στοιχείων σε εξευτελιστικές τιμές.