ξεπληρώνω

ρήμα

1. Καταβάλλω χρήματα ή άλλη αξία για να εξοφλήσω οφειλή ή δάνειο και να απαλλαγώ από οικονομική υποχρέωση.

2. Ανταποδίδω όφελος, χάρη ή εξυπηρέτηση με ανάλογη πράξη ή παροχή, ώστε να ισοσκελιστεί προηγούμενη ευεργεσία ή βοήθεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ξεπληρώνω το δάνειο κάθε μήνα.
  • Στο τέλος του γεύματος, ξεπληρώνω εγώ τον λογαριασμό.
  • Της ξεπληρώνω τη βοήθεια με ένα μικρό δώρο.
  • Τους ξεπληρώνω με το ίδιο νόμισμα για όσα μου έκαναν.
  • Θα ξεπληρώνω σταδιακά τις ζημιές που προκάλεσα.