ξεκουράζω
ρήμα1. Παύω να εργάζομαι, να ασχολούμαι ή να δραστηριοποιούμαι για να ανακτήσω δυνάμεις.
2. Προκαλώ σε κάποιον κατάσταση χαλάρωσης ή παύσης της κόπωσης.
3. Φέρνω σε αδράνεια ή διακοπή μια δραστηριότητα, διαδικασία ή κίνηση.
Συνώνυμα
αναπαύω χαλαρώνω ξενοιάζω ανακουφίζω αποφορτίζω ηρεμώ γλυκαίνω ξεζουμίζω ξεκουμπώνω αναζωογονώ ελαφρύνω καταπραΰνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θέλω να ξεκουράζω τα πόδια μου μετά τη δουλειά.
- Το σαββατοκύριακο προσπαθώ να ξεκουράζω το σώμα και το μυαλό μου.
- Η ζεστή καρέκλα με βοηθά να ξεκουράζω την πλάτη μου.
- Με ένα σύντομο διάλειμμα μπορώ να ξεκουράζω τα μάτια μου από την οθόνη.
- Στο ταξίδι, ο οδηγός σταμάτησε για να ξεκουράζω λίγο τους επιβάτες, σύμφωνα με το πρόγραμμα.