ξεκαρδίζομαι
ρήμα1. Εκδηλώνω έντονο, παρατεταμένο και συνήθως ανεξέλεγκτο γέλιο, μέχρι σημείου που χάνεται η ψυχραιμία ή η δυνατότητα ομαλής ομιλίας.
2. Βρίσκομαι σε κατάσταση έντονης ευθυμίας ή διασκέδασης, ώστε το γέλιο να επανέρχεται συχνά και με μεγάλη ένταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που τον βλέπω, ξεκαρδίζομαι από τα γέλια.
- Χθες στην παράσταση ξεκαρδιστήκαμε τόσο που δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε.
- Στο σπίτι, με τα ανέκδοτα του παππού συχνά ξεκαρδίζομαι.
- Τα παιδιά ξεκαρδίζονται με τα αστεία του κλόουν.
- Κατά τη διάρκεια της ταινίας ξεκαρδιζόμουν και με πονούσε το στομάχι από τα γέλια.