ξεδιάντροπος
επίθετο1. Που δεν νιώθει ή δεν δείχνει ντροπή, ενεργώντας χωρίς αίσθημα αιδούς απέναντι σε κοινωνικούς κανόνες ή προσωπικές ευαισθησίες.
Συνώνυμα
αναίσχυντος αναιδής ασύστολος αυθάδης θρασύς απροκάλυπτος προκλητικός άσεμνος αδίστακτος αχαλίνωτος χυδαίος αλαζονικός τολμηρός ασεβής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ξεδιάντροπος άντρας ζήτησε ξανά χρήματα χωρίς να ντραπεί.
- Η ξεδιάντροπη συμπεριφορά της επηρέασε αρνητικά την εικόνα του συλλόγου.
- Οι ξεδιάντροποι πολιτικοί υπόσχονται αλλαγές πριν από κάθε εκλογή χωρίς να τηρούν τίποτα.
- Το ξεδιάντροπο ψέμα του έγινε γρήγορα αντιληπτό.
- Απάντησε με ξεδιάντροπο τρόπο όταν του υπενθύμισαν τις ευθύνες του.