νούμερο
ουσιαστικό1. Έννοια που δηλώνει ποσότητα, μέτρηση ή θέση σε ακολουθία, συνήθως εκφρασμένη με ψηφία ή αριθμητικά σύμβολα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το νούμερο του σπιτιού είναι 12.
- Το νούμερο του παπουτσιού μου είναι 42.
- Μη ξεχάσεις να μου δώσεις το νούμερο σου.
- Το νέο νούμερο του περιοδικού κυκλοφόρησε σήμερα.
- Στην παράσταση παρουσιάστηκε ένα εντυπωσιακό νούμερο ακροβατικών.
- Δεν χρειάζεται να κάνεις νούμερο.