νοσταλγία
ουσιαστικόΣυναισθηματική κατάσταση βαθιάς επιθυμίας και μελαγχολικής ανάμνησης για πρότερα πρόσωπα, τόπους, εμπειρίες ή περιόδους, συχνά συνοδευόμενη από πόθο επιστροφής ή από την ιδεατή αναβίωση του παρελθόντος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η νοσταλγία για τα παιδικά χρόνια γινόταν πιο έντονη τα Χριστούγεννα.
- Τον έπιασε νοσταλγία όταν είδε τις παλιές φωτογραφίες.
- Η νοσταλγία για την πατρίδα τον έκανε να πάρει την απόφαση να επιστρέψει.
- Μια ξαφνική νοσταλγία γέμισε το δωμάτιο όταν ακούστηκε εκείνο το τραγούδι.
- Περιέγραφε τη νοσταλγία με λεπτομέρειες στο γράμμα του προς την οικογένεια.