νεανίσκος
ουσιαστικό1. Άτομο νεαρής ηλικίας αρσενικού φύλου, συνήθως κατά την εφηβεία ή την πρώιμη νιότητα.
2. Πρόσωπο με νεανική εμφάνιση ή συμπεριφορά που αναφέρεται συχνά σε λογοτεχνικά, ιστορικά ή καλλιτεχνικά συμφραζόμενα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νεανίσκος στεκόταν στην άκρη του λιμανιού.
- Είδα τους νεανίσκους να διασχίζουν την πλατεία.
- Στο ποίημα, ο νεανίσκος συμβολίζει την ελπίδα.
- Το καπέλο του νεανίσκου βρέθηκε κοντά στο δέντρο.
- Οι νεανίσκοι του χωριού οργανώνουν το πανηγύρι κάθε καλοκαίρι.