μπεμπάκι

ουσιαστικό

1. Μικρό βρέφος ή νεογέννητο, χρησιμοποιούμενο ως τρυφερό υποκοριστικό για παιδί στα πρώτα στάδια της ζωής.

2. Μικρή, αφράτη μάζα βαμβακιού ή συνθετικού υλικού, χρησιμοποιούμενη για καθαρισμό, επιδέσμωση ή καλλυντικές εφαρμογές.

Συνώνυμα

μωρό μωράκι μωρουδάκι βρέφος βρεφάκι μπεμπέ βαμβάκι βαμβακάκι μπεμπούλα παιδάκι νήπιο νηπιάκι κουκλάκι αγγελούδι μικρούλι παιδί κουτσούβελο παίδι εγγονάκι τέκνο νεογέννητο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το μπεμπάκι κοιμάται γλυκά στην κούνια.
  • Χρειάζομαι λίγο μπεμπάκι για να καθαρίσω την πληγή.
  • Τη φώναζαν μπεμπάκι όταν ήταν μικρή.
  • Μην το χειρίζεσαι σαν μπεμπάκι, άφησέ το να δοκιμάσει μόνο του.
  • Η κουβέρτα είναι τόσο απαλή, μοιάζει με μπεμπάκι.