μπαλκόνι
ουσιαστικό1. Προεξέχουσα πλατφόρμα συνδεδεμένη με εξωτερικό τοίχο κτιρίου και περιφραγμένη συνήθως με κιγκλίδωμα, που παρέχει εξωτερικό χώρο για στάση, θέαση, αερισμό ή τοποθέτηση αντικειμένων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μπαλκόνι είναι γεμάτο λουλούδια.
- Βγαίνω στο μπαλκόνι κάθε πρωί για καφέ.
- Η σκηνή φαινόταν καθαρά από το μπαλκόνι του θεάτρου.
- Απλώσαμε τα ρούχα στο μπαλκόνι να στεγνώσουν.
- Το μπαλκόνι χρειάζεται επισκευή πριν από τον χειμώνα.