μούρη
ουσιαστικό1. Το πρόσθιο τμήμα της κεφαλής ανθρώπου όπου βρίσκονται τα μάτια, η μύτη και το στόμα, συνήθως με αναφορά στη συνολική εμφάνιση ή έκφραση του προσώπου.
2. Το πρόσθιο ή κυρίαρχο μέρος της κεφαλής ζώου, ιδίως το ρύγχος ή η μουσούδα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μούρη του παιδιού φωτίστηκε όταν είδε το δώρο.
- Η μούρη του σκύλου ήταν γεμάτη χώμα μετά το παιχνίδι.
- Η μούρη του πλοίου χτύπησε στα βράχια κατά τη θαλασσοταραχή.
- Του είπε όλη την αλήθεια στη μούρη χωρίς να διστάσει.
- Έχει πολλή μούρη να ζητάει αύξηση μετά από τέτοια δουλειά.