μονοδιάστατος
επίθετο1. Που έχει μόνο μία γεωμετρική διάσταση, δηλαδή μήκος χωρίς ουσιαστικό πλάτος ή ύψος.
2. Που χαρακτηρίζεται από περιορισμένη πολυπλοκότητα ή βάθος, εστιάζοντας σε ένα μόνο στοιχείο, πλευρά ή προοπτική.
Συνώνυμα
μονόπλευρος μονομερής απλοϊκός ρηχός επιφανειακός γραμμικός μονολιθικός περιοριστικός μονοτονικός στερεοτυπικός κοινότοπος φτωχός πρόχειρος ερασιτεχνικός μονότονος στενόμυαλος
Αντώνυμα
πολυδιάστατος πολύπλευρος πολυεπίπεδος σύνθετος βαθύς ολιστικός εμπεριστατωμένος διεξοδικός πλουραλιστικός πολύμορφος περίπλοκος πολύπλοκος πλούσιος εκτενής πολλαπλός
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευθεία θεωρείται μονοδιάστατη στο μαθηματικό πλαίσιο.
- Το μοντέλο περιγράφει ένα μονοδιάστατο σύστημα σωματιδίων.
- Η επιχειρηματολογία του ήταν μονοδιάστατη και δεν λάμβανε υπόψη εναλλακτικές απόψεις.
- Οι ήρωες του μυθιστορήματος παρουσιάζονται ως μονοδιάστατοι χαρακτήρες.
- Η πολιτική πρόταση κρίθηκε μονοδιάστατη, αφού αγνοούσε κοινωνικοοικονομικές παραμέτρους.
- Τα δεδομένα μετρήθηκαν κατά μήκος ενός μονοδιάστατου άξονα.