μονάχα
επίρρημα1. Περιορίζει την αναφορά ή την ισχύ σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, αντικείμενο, γεγονός ή κατάσταση, αποκλείοντας την επέκταση σε άλλα.
2. Δηλώνει ότι κάτι συμβαίνει ή ισχύει σε περιορισμένο βαθμό ή ως στοιχείο χωρίς περαιτέρω επεκτάσεις ή συνέπειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θέλω μονάχα ένα ποτήρι νερό.
- Μπορώ να μείνω μονάχα μέχρι τις δώδεκα.
- μονάχα η Μαρία ήξερε την αλήθεια.
- Δεν σου ζητώ μονάχα συγγνώμη, θέλω να διορθώσω και το λάθος.
- Αν μονάχα ήξερα την απάντηση, θα σε βοηθούσα.