μοιραίος
επίθετο1. Που θεωρείται ότι σχετίζεται με τη μοίρα ή προκαθορισμένη κατάληξη, ιδίως όταν οδηγεί σε σοβαρή ή αναπόφευκτη εξέλιξη.
2. Που φέρνει σημαντικές, συχνά αρνητικές και καθοριστικές συνέπειες για πρόσωπα ή καταστάσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μοιραία συνάντηση άλλαξε για πάντα τη ζωή του.
- Το μοιραίο λάθος κόστισε την προαγωγή του.
- Η μοιραία γυναίκα μπήκε στη ζωή του και τον οδήγησε σε καταστροφή.
- Ο μοιραίος τραυματισμός συνέβη στο τέλος του αγώνα.
- Οι μοιραίες επιλογές της ομάδας οδήγησαν στην ήττα.
- Με ένα μόνο μοιραίο βλέμμα κατάλαβε ότι όλα είχαν τελειώσει.