μοδάτος
επίθετο1. Που ακολουθεί τις επικρατούσες τάσεις στη μόδα, εμφανίζοντας σύγχρονο ή δημοφιλές στυλ στην ένδυση, τα αξεσουάρ ή την εμφάνιση.
Συνώνυμα
μοντέρνος κομψός στυλάτος μοντέρνο σικ σύγχρονος γκλαμουράτος κουλ σοφιστικέ δημοφιλής καλοντυμένος φανταχτερός εντυπωσιακός πιασάρικος διαδεδομένος επώνυμος
Αντώνυμα
παλιομοδίτικος παρωχημένος ξεπερασμένος απαρχαιωμένος παρωχημένο ξεπερασμένο άκομψος ακαλαίσθητος αδιάφορος απλοϊκός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μοδάτος νέος περπατούσε με αυτοπεποίθηση στο δρόμο.
- Η μοδάτη τσάντα έγινε αμέσως ανάρπαστη στη βιτρίνα.
- Τα μοδάτα παπούτσια κοστίζουν ακριβά αυτή τη σεζόν.
- Το μοδάτο καφέ γέμιζε κόσμο κάθε Κυριακή.
- Το τραγούδι ήταν απλώς μοδάτο για λίγο, μετά ξεχάστηκε.