μισητός

επίθετο

1. Που προκαλεί ή εμπνέει έντονο μίσος ή απέχθεια.

2. Που γίνεται αντικείμενο έντονου μίσους ή απέχθειας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μισητός εχθρός επέστρεψε στην πόλη.
  • Η μισητή απόφαση του συμβουλίου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
  • Το έργο έγινε μισητό στο κοινό μετά τα επαναλαμβανόμενα λάθη.
  • Οι μισητοί πολιτικοί αντιμετώπισαν κύμα διαμαρτυριών.
  • Έγινε μισητός από τους γείτονες εξαιτίας της επιθετικής συμπεριφοράς του.