μετρητά
ουσιαστικό1. Φυσικά χρήματα σε μορφή χαρτονομισμάτων και κερμάτων που χρησιμοποιούνται ως άμεσο μέσο πληρωμής.
2. Χρηματικό ποσό σε ρευστό που κατέχει ή έχει διαθέσιμο ένα άτομο, μία επιχείρηση ή ένας οργανισμός.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πλήρωσα το λογαριασμό στο μαγαζί μόνο με μετρητά.
- Έβγαλα 100 ευρώ σε μετρητά από το ΑΤΜ.
- Μη ξεχάσεις να μετρήσεις τα μετρητά πριν φύγεις.
- Κρατούσε λίγα μετρητά για τα έκτακτα έξοδα.
- Το ξενοδοχείο δεν δέχεται πληρωμές με μετρητά μετά τα μεσάνυχτα.