τσιπ
ουσιαστικό1. Μικρό ηλεκτρονικό ολοκληρωμένο κύκλωμα από ημιαγωγούς που εκτελεί ηλεκτρικές, λογικές ή επεξεργαστικές λειτουργίες σε ηλεκτρονικές συσκευές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το τσιπ του κινητού αναβαθμίστηκε από τον τεχνικό.
- Έβαλαν ένα τσιπ στο κουτάβι για να το εντοπίζουν αν χαθεί.
- Άνοιξα το σακουλάκι και έφαγα ένα τσιπ.
- Έπαιξε τα τσιπ του στο πόκερ και τα έχασε όλα.
- Το τσιπ της κάρτας γραφικών παράγει περισσότερα καρέ ανά δευτερόλεπτο.