μεταπωλώ

ρήμα

1. Πωλώ προϊόντα ή αγαθά που έχουν προηγουμένως αγοραστεί ή αποκτηθεί, σε τρίτους, συνήθως με σκοπό το κέρδος.

2. Επαναπωλώ εισιτήρια, άδειες ή αντικείμενα σε διαφορετική τιμή ή σε άλλο κοινό από τον αρχικό αγοραστή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο διαδίκτυο μεταπωλώ μεταχειρισμένα βιβλία που δεν χρειάζομαι.
  • Στην αγορά του Σαββάτου μεταπωλώ παλιά έπιπλα που ανακατασκευάζω.
  • Σε περιόδους μεγάλης ζήτησης μεταπωλώ εισιτήρια συναυλιών σε υψηλότερη τιμή.
  • Ως μικρή επιχείρηση μεταπωλώ ηλεκτρονικά είδη που αγοράζω χονδρικά.
  • Μερικές φορές μεταπωλώ υπηρεσίες τρίτων μέσω της πλατφόρμας μου.