μεταβάλλομαι
ρήμα1. Υποβάλλομαι σε μεταβολή της μορφής, της σύστασης, της ποσότητας ή της κατάστασης ενός πράγματος ή φαινομένου.
2. Παρουσιάζω διακύμανση στην τιμή, στην ένταση ή στη συχνότητα με την πάροδο του χρόνου ή ανάλογα με τις συνθήκες.
Συνώνυμα
αλλάζω αλλάζομαι αλλοιώνομαι διαφοροποιούμαι τροποποιούμαι μετασχηματίζομαι μεταμορφώνομαι διαμορφώνομαι αναπροσαρμόζομαι αναδιαμορφώνομαι μετατρέπομαι προσαρμόζομαι γίνομαι απογίνομαι μεταβαίνω μεταλλάσσομαι εξελίσσομαι εναλλάσσομαι αποκλίνω αναθεωρούμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η θερμοκρασία μεταβάλλεται συχνά στην περιοχή.
- Η γνώμη του μεταβάλλεται όταν έρχονται νέα στοιχεία.
- Οι τιμές των εισιτηρίων μεταβάλλονται ανάλογα με τη ζήτηση.
- Κατά τη διάρκεια του πειράματος, η συγκέντρωση του διαλύματος μεταβάλλεται γραμμικά.
- Η μορφή του υλικού μεταβάλλεται υπό υψηλή πίεση.