μεριμνώ
ρήμα1. Ασχολούμαι ενεργά και αναλαμβάνω τα απαραίτητα μέτρα για την κάλυψη αναγκών, την προστασία ή την επιμέλεια προσώπων, πραγμάτων ή υποθέσεων.
2. Ανησυχώ ή έχω έγνοια για κάτι, προβληματίζομαι σχετικά με το αποτέλεσμα ή την εξέλιξή του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πάντα μεριμνώ για την υγιεινή και την ασφάλεια των παιδιών.
- Στην εργασία μου μεριμνώ ώστε οι παραγγελίες να ολοκληρώνονται στην ώρα τους.
- Τις νύχτες μεριμνώ να μην γίνει κάτι απρόοπτο.
- Ακόμα κι όταν λείπω, μεριμνώ να έχει καθαρό νερό ο σκύλος.
- Προσπαθώ να μεριμνώ για τις οικονομικές μου υποχρεώσεις εγκαίρως.