μελλοντικός

επίθετο

1. Που αναφέρεται ή ανήκει στον χρόνο που δεν έχει ακόμη έρθει, στον χρόνο που θα ακολουθήσει.

2. Που θεωρείται ή προβλέπεται ότι θα υπάρξει ή θα συμβεί σε επόμενο στάδιο, σύμφωνα με σχέδια, εκτιμήσεις ή τάσεις.

Συνώνυμα

προσεχής επερχόμενος επικείμενος ερχόμενος επόμενος αναμενόμενος προβλεπόμενος μεταγενέστερος υποψήφιος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μελλοντικός πρόεδρος της εταιρείας θα ανακοινωθεί αύριο.
  • Οι μελλοντικές γενιές θα κληρονομήσουν τις αποφάσεις που παίρνουμε σήμερα.
  • Στα ελληνικά, ο μελλοντικός χρόνος σχηματίζεται με ειδικές καταλήξεις.
  • Η μελλοντική κατοικία τους θα χτιστεί κοντά στη θάλασσα.
  • Οι μελλοντικοί μαθητές πρέπει να υποβάλουν αίτηση μέχρι τον Μάιο.