μαγνητίζω
ρήμα1. Υποβάλλω υλικό σε μαγνητική επίδραση, καθιστώντας το μαγνητισμένο ή προσδίδοντάς του μαγνητική πόλωση.
2. Προσελκύω έντονα, προκαλώντας ισχυρό ενδιαφέρον, θαυμασμό ή προσοχή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ μαγνητίζω τα μεταλλικά καρφιά στο εργαστήριο με έναν ισχυρό μαγνήτη.
- Με το νέο μου έργο μαγνητίζω το ενδιαφέρον του κοινού σε κάθε έκθεση.
- Με την εντυπωσιακή βιτρίνα μαγνητίζω τους περαστικούς και αυξάνω τις πωλήσεις.
- Στο στούντιο μαγνητίζω τις ζωντανές ηχογραφήσεις στην αναλογική μαγνητοταινία.
- Με το χαμόγελό μου μαγνητίζω τα βλέμματα όπου κι αν πάω.