κύρος

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα που καθιστά κάποιον ή κάτι σεβαστό και ικανό να επηρεάζει αποφάσεις, στάσεις ή συμπεριφορές.

2. Η εμπιστοσύνη και αξιοπιστία που αποδίδεται από το κοινό ή συγκεκριμένα πρόσωπα, βάσει προϋπηρεσίας, επιτευγμάτων ή δημόσιας εικόνας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πανεπιστήμιο έχει μεγάλο κύρος στον ακαδημαϊκό χώρο.
  • Η σφραγίδα προσδίδει κύρος στο επίσημο έγγραφο.
  • Ο καθηγητής έχασε το κύρος του μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου.
  • Η αναφορά δεν είχε το απαραίτητο κύρος για να πείσει το δικαστήριο.
  • Η διεθνής συνεργασία έδωσε κύρος στην έρευνά της.