κύρος
ουσιαστικό1. Ιδιότητα που καθιστά κάποιον ή κάτι σεβαστό και ικανό να επηρεάζει αποφάσεις, στάσεις ή συμπεριφορές.
2. Η εμπιστοσύνη και αξιοπιστία που αποδίδεται από το κοινό ή συγκεκριμένα πρόσωπα, βάσει προϋπηρεσίας, επιτευγμάτων ή δημόσιας εικόνας.
Συνώνυμα
υποληψία πρεστίζ υπόληψη γόητρο αξιοπιστία φήμη σεβασμός αυθεντία αναγνώριση εγκυρότητα κλάση αξία εξουσία ισχύς αξιοπρέπεια βαρύτητα επιρροή επιβλητικότητα αίγλη βάρος τιμή σπουδαιότητα
Αντώνυμα
ανυποληψία αναξιοπιστία στίγμα ξεφτίλισμα απαξίωση υποτίμηση αμφισβήτηση διασυρμός ρεζιλίκι ασημαντότητα γελοιότητα παρακμή μείωση
Παραδείγματα χρήσης
- Το πανεπιστήμιο έχει μεγάλο κύρος στον ακαδημαϊκό χώρο.
- Η σφραγίδα προσδίδει κύρος στο επίσημο έγγραφο.
- Ο καθηγητής έχασε το κύρος του μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου.
- Η αναφορά δεν είχε το απαραίτητο κύρος για να πείσει το δικαστήριο.
- Η διεθνής συνεργασία έδωσε κύρος στην έρευνά της.