κρύπτω
ρήμα1. Τοποθετεί ή καλύπτει κάτι ώστε να μη γίνεται ορατό ή να μην εντοπίζεται εύκολα.
2. Εμποδίζει τη γνωστοποίηση ή την πρόσβαση σε πληροφορίες, γεγονότα ή στοιχεία, διατηρώντας τα μυστικά ή μη προσβάσιμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί κρύπτω τα κλειδιά στο πάνω συρτάρι της κουζίνας.
- Σε δύσκολες στιγμές κρύπτω την αλήθεια γιατί φοβάμαι τις αντιδράσεις.
- Μερικές φορές κρύπτω τα πραγματικά μου συναισθήματα πίσω από ένα χαμόγελο.
- Όταν ταξιδεύω κρύπτω μικρά δώρα για τους φίλους μου στη βαλίτσα.
- Μέσα στις λέξεις του διηγήματος κρύπτω ένα μήνυμα για τους αναγνώστες.