κρούση

ουσιαστικό

1. Σύγκρουση ή χτύπημα δύο σωμάτων ή αντικειμένων μεταξύ τους.

2. Η διαδικασία κατά την οποία ένα σώμα δέχεται δύναμη από την επαφή ή τη συνάντησή του με άλλο σώμα.

3. Γεγονός ή ενέργεια που προκαλεί απότομη προσέκρουση ή βίαιη επαφή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κρούση των κυμάτων στα βράχια ακούγεται δυνατά.
  • Στη φυσική μελετάμε την κρούση δύο σωμάτων.
  • Η ξαφνική κρούση της πόρτας τον τρόμαξε.
  • Ο αθλητής υπέστη δυνατή κρούση στο κεφάλι.
  • Η κρούση του οχήματος με τον τοίχο προκάλεσε ζημιές.