κραυγή

ουσιαστικό

1. Δυνατός, έντονος φωνητικός ήχος που εκπέμπεται από άνθρωπο ή ζώο, συνήθως ως έκφραση έντονου συναισθήματος (φόβος, πόνος, χαρά, οργή) ή για να τραβήξει την προσοχή.

Συνώνυμα

ουρλιαχτό αναφώνημα αλαλαγμός βοή βόη οδυρμός θρήνος κράξιμο σκούξιμο στριγκλιά κλάμα βόγγος βόγκημα βόγκισμα αναστεναγμός φωνή έκκληση κλήση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κραυγή της γυναίκας ξάφνιασε τους γείτονες.
  • Μια κραυγή για βοήθεια έσπασε τη νύχτα.
  • Η κραυγή του πλήθους κατά της αδικίας αντήχησε στην πλατεία.
  • Η ζωγραφιά απέδιδε την κραυγή της ψυχής.
  • Μια κραυγή λύκου διαπέρασε το σκοτάδι.