κουφάρι
ουσιαστικό1. Σώμα νεκρού ζώου ή ανθρώπου που έχει χάσει τις ζωτικές λειτουργίες και διατηρεί το εξωτερικό σχήμα του, συχνά σε προχωρημένο στάδιο αποσύνθεσης.
Συνώνυμα
πτώμα κέλυφος ερείπιο σώμα λείψανο σκελετός καβούκι σωρός κορμός ναυάγιο απομεινάρι κατάλοιπο συντρίμμια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Βρήκαμε το κουφάρι ενός λύκου στο μονοπάτι.
- Το παλιό πλοίο έχει μείνει κουφάρι στο λιμάνι.
- Το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο είναι ένα τρομακτικό κουφάρι.
- Μετά τον πόλεμο έμοιαζε σαν κουφάρι, χωρίς καθόλου ζωντάνια.
- Η εταιρεία έγινε κουφάρι αφού απολύθηκαν οι περισσότεροι υπάλληλοι.