κουμαντάρω
ρήμα1. Ασκώ έλεγχο ή εξουσία σε άτομα, ομάδες ή κατάσταση, κατευθύνω τις κινήσεις και τις αποφάσεις τους.
2. Διευθύνω ή διαχειρίζομαι μια επιχείρηση, μια δραστηριότητα ή ένα έργο, οργανώνοντας και εποπτεύοντας τη λειτουργία του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κουμαντάρω την ομάδα στο τουρνουά κάθε Κυριακή.
- Στη φουρτούνα κουμαντάρω το πλοίο από τη γέφυρα.
- Μέσα στο εργοστάσιο κουμαντάρω το μηχάνημα από το πιλοτήριο.
- Στο σπίτι κουμαντάρω τα οικονομικά κάθε μήνα.
- Στη συζήτηση κουμαντάρω τα πράγματα για να μην ξεφύγει η κατάσταση.