κουκούλωμα

ουσιαστικό

1. Κάλυψη ή επίστρωση που τοποθετείται επάνω σε αντικείμενο, σώμα ή επιφάνεια για να το καλύψει, προστατεύσει ή περιβάλλει.

2. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της συγκάλυψης, δηλαδή η απόκρυψη στοιχείων, λαθών ή παράνομων πράξεων με σκοπό να μη γίνουν γνωστά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έβαλαν κουκούλωμα στο θύμα μέχρι να φτάσει το ασθενοφόρο.
  • Το κουκούλωμα της υπόθεσης προκάλεσε δημόσιο σκάνδαλο.
  • Υπάρχουν υποψίες για κουκούλωμα μαρτύρων στην έρευνα.
  • Οι δημοσιογράφοι κατήγγειλαν το κουκούλωμα των στοιχείων από τη διοίκηση.
  • Με ένα κουκούλωμα της αναφοράς προσπάθησαν να καλύψουν τα λάθη.