κουβούκλιο
ουσιαστικόΜικρή, συνήθως κλειστή ή ημι-κλειστή κατασκευή που παρέχει προστασία ή ιδιωτικότητα και χρησιμοποιείται για προσωρινή διαμονή, εργασία ή τοποθέτηση εξοπλισμού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κουβούκλιο του φύλακα βρίσκεται δίπλα στην είσοδο.
- Μπήκα στο κουβούκλιο για να απαντήσω στο τηλέφωνο.
- Ο πιλότος καθόταν στο κουβούκλιο του αεροπλάνου.
- Οι ηθοποιοί άλλαζαν σε ένα μικρό κουβούκλιο πίσω από τη σκηνή.
- Πήγε στο κουβούκλιο για να ψηφίσει.