κοστίζω
ρήμα1. Απαιτώ ή έχω ως αντάλλαγμα την καταβολή συγκεκριμένου χρηματικού ποσού για την αγορά, την απόκτηση, τη χρήση ή την παροχή ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αυτό το βιβλίο κοστίζει 15 ευρώ.
- Τα εισιτήρια κοστίζουν λιγότερο αν τα αγοράσεις νωρίς.
- Το λάθος του τον κόστισε τη δουλειά.
- Η καθυστέρηση της θεραπείας μπορεί να τους κοστίσει τη ζωή.
- Η απιστία του τους κόστισε τη σχέση.