κομματιάζω

ρήμα

1. Κόβω ή σχίζω κάτι σε πολλά μικρά κομμάτια, χρησιμοποιώντας εργαλείο ή δύναμη, μέχρι να χάσει την ενιαία μορφή του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε Κυριακή κομματιάζω το κρέας σε μικρά κομμάτια για το στιφάδο.
  • Όταν διαγράφω παλιές σημειώσεις, κομματιάζω τα χαρτιά πριν τα πετάξω.
  • Στο τουρνουά του χωριού κομματιάζω τους αντιπάλους στο τένις.
  • Με την κριτική μου κομματιάζω την παράσταση όταν δεν μου αρέσει η ερμηνεία.
  • Στο εργαστήριο κομματιάζω τα μέταλλα με το πριόνι για να τα προετοιμάσω.