κομβικός

επίθετο

1. Που αφορά ή βρίσκεται σε κόμβο ή σημείο σύνδεσης, το οποίο συνδέει ή κατευθύνει ροές, δεσμούς ή διαδρομές.

2. Που έχει αποφασιστική ή καθοριστική σημασία για την εξέλιξη, τη λειτουργία ή την έκβαση μιας κατάστασης, διαδικασίας ή απόφασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κομβική στιγμή της διαπραγμάτευσης άλλαξε το αποτέλεσμα.
  • Ο σταθμός είναι κομβικό σημείο για τη δημόσια συγκοινωνία της πόλης.
  • Ο διακομιστής είναι κομβικός για τη λειτουργία του εταιρικού δικτύου.
  • Οι κομβικοί παράγοντες στην ανάπτυξη της οικονομίας πρέπει να εντοπιστούν.
  • Οι πολιτικές αποφάσεις που λήφθηκαν ήταν κομβικές για την πορεία της χώρας.
  • Το έργο αυτό έχει κομβικό ρόλο στην καινοτομία της εταιρείας.