κλέφτης
ουσιαστικόΆτομο που αποσπά ή αφαιρεί περιουσιακά στοιχεία από άλλον χωρίς τη συγκατάθεσή του, παραβιάζοντας τον νόμο και επιδιώκοντας προσωπικό όφελος.
Συνώνυμα
κλέφτης ληστής διαρρήκτης αντάρτης πορτοφολάς απατεώνας εγκληματίας λεηλάτης συλητής πλιατσικολόγος ποντικός αρπακτής δράστης πολεμιστής αλήτης κατάδικος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κλέφτης διέφυγε τρέχοντας με την τσάντα.
- Πιάσανε έναν κλέφτη στο μετρό την ώρα που άρπαζε μια τσάντα.
- Ο χρόνος είναι κλέφτης που μας στερεί τα νιάτα.
- Ο νεαρός ηθοποιός ήταν ο κλέφτης της παράστασης.
- Το κόκκινο αυτοκίνητο είναι κλέφτης της προσοχής όπου κι αν σταματήσει.