κατοικώ
ρήμα1. Να έχω ως τόπο διαμονής έναν συγκεκριμένο χώρο ή τόπο, διαβιώντας εκεί μόνιμα ή προσωρινά.
2. Να καταλαμβάνουν έναν χώρο άτομα, ζώα ή οργανισμοί ως τόπο διαμονής ή εγκατάστασης.
Συνώνυμα
μένω διαμένω ζω διαβιώνω κατοικίζω στεγάζομαι εγκαθίσταμαι καταλαμβάνω βρίσκομαι είμαι καταλύω παραμένω συγκατοικώ συμβιώνω υπάρχω
Αντώνυμα
φεύγω τριγυρνώ αποχωρώ απουσιάζω μετακομίζω μετοικώ αποδημώ μεταναστεύω περιπλανιέμαι ταξιδεύω μετακομίζομαι εξαφανίζομαι εκτοπίζομαι εκκενώνω
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ κατοικώ σε ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης.
- Ο παππούς μου κατοικεί πλέον σε οίκο ευγηρίας.
- Σε αυτήν την περιοχή κατοικούν πολλά είδη άγριων πουλιών.
- Παρόλο που ταξιδεύει συχνά, η Μαρία κατοικεί μόνιμα στην Αθήνα.
- Στη μυθολογία λένε ότι φαντάσματα κατοικούν στα παλιά κάστρα.