κατηγορούμενος
ουσιαστικό1. Πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει απαγγελθεί επίσημη κατηγορία ή δίωξη και οποίο εμφανίζεται ενώπιον δικαστηρίου ή αρμόδιας αρχής για να απολογηθεί.
Συνώνυμα
εναγόμενος υπόδικος διωκόμενος αντίδικος ύποπτος ελεγχόμενος παραβάτης εγκληματίας φταίχτης καρφωμένος ένοχος μπλεγμένος εμπλεκόμενος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε κάθε συμμετοχή στο αδίκημα.
- Η κατηγορούμενη αρνήθηκε τις κατηγορίες και προσκόμισε στοιχεία υπεράσπισης.
- Οι κατηγορούμενοι κάθισαν στο εδώλιο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.
- Οι κατηγορούμενες δήλωσαν αθώες κατά τη διάρκεια της δίκης.
- Στους τίτλους εμφανίστηκε ως κατηγορούμενος πριν ολοκληρωθούν οι έρευνες.