καλοντυμένος
επίθετο1. Που φοράει ρούχα περιποιημένα και ταιριαστά, με προσοχή στην εμφάνιση και την αισθητική.
2. Που η ενδυμασία του είναι κατάλληλη για την περίσταση και δημιουργεί ευνοϊκή εντύπωση.
Συνώνυμα
κομψός επιμελημένος προσεγμένος περιποιημένος μοδάτος στιλάτος ευπρεπής κλασάτος εμφανίσιμος ντυμένος τακτοποιημένος φανταχτερός μοντέρνος λαμπερός φινιρισμένος στολισμένος αριστοκρατικός
Αντώνυμα
κακοντυμένος κακοφορεμένος ατημέλητος αφρόντιστος βρώμικος άκομψος παραμελημένος τσαλαπατημένος ακατάστατος χυδαίος εξαθλιωμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καλοντυμένος άντρας μπήκε στην αίθουσα με αυτοπεποίθηση.
- Για τη συνέντευξη εμφανίστηκε καλοντυμένος και καλά προετοιμασμένος.
- Παρά την εικόνα του καλοντυμένου, ήταν απλός και φιλικός με όλους.
- Ο μικρός ήταν καλοντυμένος για τον σχολικό χορό.
- Στη βάπτιση ήταν πιο καλοντυμένος από κάθε άλλον στη φωτογραφία.