κακοδαιμονία
ουσιαστικόΚατάσταση ή μοίρα που χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενη ή διαρκή ατυχία, δυσχέρεια ή αρνητική εξέλιξη των πραγμάτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πίστευαν ότι η κακοδαιμονία είχε στοιχειώσει το παλιό αρχοντικό.
- Στα παλιά χρόνια η επιληψία αποδίδονταν συχνά σε κακοδαιμονία.
- Μια σειρά ατυχημάτων στην επιχείρηση αποδόθηκε στην κακοδαιμονία.
- Η διαφθορά έγινε η κακοδαιμονία της πόλης και εμπόδιζε κάθε πρόοδο.
- Η εσωτερική του ανησυχία έμοιαζε με κακοδαιμονία που τον χώριζε από τους φίλους του.