κάτοικος

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο ή ζωντανός οργανισμός που διαμένει συστηματικά σε έναν συγκεκριμένο τόπο, κοινότητα ή περιοχή.

2. Άτομο που έχει την κύρια ή μόνιμη κατοικία σε μια πόλη, οικισμό ή χώρα και θεωρείται μέλος της τοπικής κοινωνίας.

Συνώνυμα

ντόπιος μέτοικος ένοικος νοικάρης ενοικιαστής πολίτης ενδημής εγχώριος αυτόχθων αστός συγκάτοικος ενορίτης χωρικός οικιστής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κάτοικος του τρίτου ορόφου έκανε καταγγελία για θόρυβο.
  • Η κάτοικος της γειτονιάς μας φύτεψε δέντρα στο πεζοδρόμιο.
  • Οι κάτοικοι του χωριού διοργάνωσαν λαϊκή συνέλευση.
  • Ο λύκος είναι κάτοικος των βουνών.
  • Είναι μόνιμος κάτοικος της χώρας και δεν χρειάζεται βίζα.