κάμπτω
άλλο1. Λυγίζω κάτι, το φέρνω σε καμπύλη μορφή ή το πιέζω ώστε να στραφεί προς τα μέσα.
2. Υποχωρώ ή μεταβάλλω τη στάση μου μπροστά σε πίεση, επιρροή ή δυσκολία.
3. Μειώνω την ένταση, την αυστηρότητα ή την ακαμψία μιας κατάστασης ή συμπεριφοράς.
Συνώνυμα
σκύβω σκύψω λυγίζω λυγίζομαι κλίνω υποκύπτω υποκλίνομαι κυρτώνω υποχωρώ υποτάσσομαι υποτάσσω παραδίνομαι γέρνω παραιτούμαι συμμορφώνομαι στρίβω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο εργαστήριο, κάμπτω το μέταλλο με τη βαριά πένσα.
- Δεν κάμπτω μπροστά στην αδικία.
- Τελικά κάμπτω και παραδέχομαι το λάθος μου.
- Καθώς χαιρετούσα, κάμπτω το κεφάλι μου σε ένδειξη σεβασμού.
- Με τον δυνατό άνεμο κάμπτω σαν το καλάμι.