κάλεσμα
ουσιαστικό1. Έκφραση ή χειρονομία που προορίζεται να προσελκύσει την προσοχή κάποιου, συχνά με φωνή, ήχο ή σινιάλο.
2. Πρόσκληση προς συμμετοχή ή παρουσία σε συνάντηση, εκδήλωση ή δραστηριότητα.
Συνώνυμα
πρόσκληση κλήση καλέσμα έκκληση προτροπή παρότρυνση παρακίνηση προσκλητήριο εντολή ειδοποίηση επάγγελμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έλαβε ένα κάλεσμα να παραστεί στην εκδήλωση την επόμενη εβδομάδα.
- Το κάλεσμα για βοήθεια έφτασε άμεσα στην υπηρεσία διάσωσης.
- Ακολούθησε το κάλεσμα της καρδιάς του και σπούδασε μουσική.
- Το κάλεσμα των πολιτών για συμμετοχή στο συλλαλητήριο ήταν έντονο.
- Το κάλεσμα από τα μεγάφωνα καλούσε τους επιβάτες να επιβιβαστούν.