ιδιαιτερότητα
ουσιαστικό1. Χαρακτηριστικό στοιχείο ή γνώρισμα που διαφοροποιεί ένα άτομο, αντικείμενο ή φαινόμενο από τα υπόλοιπα.
2. Στοιχείο που καθιστά κάτι ασυνήθιστο ή ξεχωριστό σε σχέση με το κοινό ή το αναμενόμενο.
Συνώνυμα
ιδιομορφία ιδιαιρότητα ιδίωμα ιδιοτυπία ιδιορρυθμία χαρακτηριστικό γνώρισμα μοναδικότητα ξεχωριστότητα διαφορετικότητα ατομικότητα λεπτομέρεια εξαίρεση ιδιότροπία ιδιότητα ιδιοσυγκρασία σπανιότητα χαρακτήρας ανωμαλία αποκλειστικότητα ειδικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ιδιαιτερότητα αυτού του έργου είναι ο συνδυασμός παραδοσιακού και μοντέρνου στοιχείου.
- Παρατήρησα μια ιδιαιτερότητα στη συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.
- Στο πρακτικό αναφέρεται μια ιδιαιτερότητα που απαιτεί ειδική άδεια.
- Η ιδιαιτερότητα της κατάστασης καθιστά απαραίτητες ξεχωριστές διαδικασίες.
- Στην αξιολόγηση των μαθητών πρέπει να ληφθεί υπόψη κάθε ιδιαιτερότητα στην εκπαιδευτική τους πορεία.