ηλεκτρισμός

ουσιαστικό

1. Φυσικό φαινόμενο που προκύπτει από την παρουσία και την κίνηση ηλεκτρικών φορτίων και εκδηλώνεται μέσω ηλεκτρικών και μαγνητικών πεδίων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ηλεκτρισμός είναι μορφή ενέργειας που κινεί ηλεκτρικά φορτία.
  • Ο ηλεκτρισμός στην πόλη διακόπηκε λόγω της καταιγίδας.
  • Ο ηλεκτρισμός των ρούχων προκαλεί μικρές εκκενώσεις όταν βγάζεις το παλτό.
  • Ο ηλεκτρισμός στην αίθουσα πριν την ανακοίνωση ήταν αισθητός.
  • Ο ηλεκτρισμός του πλήθους κορυφώθηκε στο τέλος της συναυλίας.