ζόφος
ουσιαστικό1. Βαθιά έλλειψη φωτός και ορατότητας που καλύπτει χώρο ή τοπίο, δημιουργώντας πυκνή, επίμονη σκοτεινότητα.
2. Ψυχική ή ατμοσφαιρική κατάσταση έντονης θλίψης, μελαγχολίας ή απελπισίας, συνοδευόμενη από αίσθηση καταχνιάς και βαριάς διάθεσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ζόφος της νύχτας κάλυψε το χωριό.
- Βυθίστηκε στον ζόφο της απελπισίας.
- Ο ζόφος του πολέμου σκέπασε την πόλη.
- Οι μνήμες έφεραν έναν αβάσταχτο ζόφο στην καρδιά του.
- Στους μύθους ο ζόφος συνδέεται με τον Άδη και το σκοτάδι.