ευσέβεια
ουσιαστικό1. Στάση βαθιού θρησκευτικού σεβασμού και αφοσίωσης προς το θείο και τα ιερά, που εκδηλώνεται με λατρεία, προσευχή και τήρηση θρησκευτικών εθίμων και κανόνων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ασέβεια αθεΐα αθρησκεία κοσμικότητα βλασφημία απιστία αμαρτία βεβήλωση περιφρόνηση αμφισβήτηση αγνωστικισμός ανηθικότητα επιβουλή
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευσέβεια της γιαγιάς φαινόταν στις καθημερινές της προσευχές.
- Η κοινότητα διατήρησε την ευσέβεια στους παραδοσιακούς εορτασμούς.
- Η δημόσια επίδειξη ευσέβειας δεν αντικαθιστά την ειλικρινή πίστη.
- Τον εκτιμούσαν για την ευσέβεια και την ταπεινότητά του.
- Στη συζήτηση για τις αξίες, τόνισε ότι η ευσέβεια συχνά συνοδεύεται από σεβασμό προς τους άλλους.