ευλογημένος

επίθετο

1. Που έχει λάβει ευλογία, δηλαδή πνευματική ή τελετουργική χάρη που θεωρείται ότι παρέχει προστασία ή ευημερία.

2. Που, μεταφορικά, απολαμβάνει ιδιαίτερη εύνοια, καλή τύχη ή θετικές συνθήκες σε ζωή ή σε συγκεκριμένη περίσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γέροντας θεωρείται ευλογημένος από την τοπική κοινότητα.
  • Νιώθω ευλογημένος που έχω τέτοιους φίλους στη ζωή μου.
  • Μετά τη δυνατή βροχή, το χωράφι φαίνεται ευλογημένο και έτοιμο για φύτεμα.
  • Είναι ευλογημένη μάνα που τα παιδιά της είναι υγιή και ευτυχισμένα.
  • Στους δύσκολους καιρούς, νιώθουμε ευλογημένοι για την αλληλοστήριξη της γειτονιάς.