ετικέτα
ουσιαστικό1. Μικρό κομμάτι χαρτιού, υφάσματος ή πλαστικού που προσαρμόζεται σε αντικείμενο και φέρει πληροφορίες όπως όνομα, περιγραφή, οδηγίες χρήσης ή τιμή.
2. Σήμανση προσαρτημένη σε ένδυμα που αναφέρει μέγεθος, σύσταση υλικού και οδηγίες φροντίδας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ετικέτα στο μπουκάλι δείχνει τα συστατικά.
- Πρέπει να κόψω την ετικέτα από το πουκάμισο πριν το φορέσω.
- Η ετικέτα του προϊόντος έδειχνε έκπτωση 30%.
- Πρόσθεσα μια ετικέτα για να βρω πιο εύκολα τη φωτογραφία στα αρχεία μου.
- Δεν θέλω να μου κολλάνε μια ετικέτα που δεν αντιπροσωπεύει ποιος είμαι.