εταίρος

ουσιαστικό

1. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συμμετέχει από κοινού με άλλους σε επιχείρηση, εταιρεία ή οικονομική δραστηριότητα, αναλαμβάνοντας μερίδιο ευθυνών, κερδών και ζημιών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο εταίρος της εταιρείας υπέγραψε τη νέα συμφωνία.
  • Ο εταίρος μου στη ζωή με στηρίζει στις δύσκολες στιγμές.
  • Ο εταίρος του δικηγορικού γραφείου ανέλαβε την πολύπλοκη υπόθεση.
  • Ο εταίρος του στη ληστεία συνελήφθη λίγα τετράγωνα πιο πέρα.
  • Ο εταίρος στο πρόγραμμα συνεργασίας παρουσίασε τα πρώτα αποτελέσματα.