εσκεμμένα
επίρρημαΜε τρόπο που εκτελείται με πρόθεση και σκοπό, όχι τυχαία ή από αμέλεια.
Συνώνυμα
σκόπιμα επίτηδες ηθελημένα εσκεμμένως προμελετημένα συνειδητά θεληματικά υπολογισμένα στοχευμένα επιτηδευμένα συστηματικά μεθοδικά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον απέκλεισαν από την ομάδα εσκεμμένα.
- Παρέλειψε εσκεμμένα να αναφέρει τα έσοδα στη δήλωση.
- Ο οδηγός πέρασε το κόκκινο εσκεμμένα.
- Η δασκάλα εξήγησε ότι τα λάθη αυτά δεν έγιναν εσκεμμένα.
- Η εταιρεία αυξάνει εσκεμμένα την παραγωγή πριν την εορταστική περίοδο.